- ἀμφιπεριστρωφάω
- ἀμφι-περι-στρωφάω: see περιστρωφάω.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
ἀμφιπεριστρωφᾶν — ἀμφιπεριστρωφάω keep turning about all ways pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀμφιπεριστρωφάω keep turning about all ways pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀμφιπεριστρωφάω keep turning about all ways pres part act masc nom… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀμφιπεριστρωφᾶσθαι — ἀμφιπεριστρωφάω keep turning about all ways pres inf mp ἀμφιπεριστρωφάω keep turning about all ways pres inf mp … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀμφιπεριστρώφα — ἀ̱μφιπεριστρώφᾱ , ἀμφιπεριστρωφάω keep turning about all ways imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀμφιπεριστρώφᾱ , ἀμφιπεριστρωφάω keep turning about all ways pres imperat act 2nd sg ἀμφιπεριστρώφᾱ , ἀμφιπεριστρωφάω keep turning about all… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)